Παραθέτω μεταφρασμένη (αυτούσια από τη Μετάφραση της Google) τη σύνοψη από το IMDB, γιατί βαριέμαι να ασχοληθώ ιδιαίτερα – εδώ δεν ασχολήθηκαν οι σεναριογράφοι με την ταινία, εγώ θα το κάνω; Μεταμοσχεύονται στον Άρη, Πολιτικός πόλεμος κτηνίατρος ανακαλύπτει ένα καταπράσινο πλανήτη που κατοικείται από 12 πόδια ψηλό βαρβάρους. Βρίσκοντας τον εαυτό του έναν κρατούμενο από αυτά τα πλάσματα, δραπετεύει, μόνο για να αντιμετωπίσετε μια πριγκίπισσα που βρίσκεται σε απελπιστική ανάγκη ενός σωτήρα.

Σενάριο βασισμένο στο πρώτο από την εντεκαμελή σειρά βιβλίων του Edgar Rice Burroughs (δημιουργού και του Ταρζάν), η οποία περιστρέφεται γύρω από τον πλανήτη Barsoom (η ονομασία που έχουν υιοθετήσει οι κάτοικοι του Άρη για τον πλανήτη τους).  Τη  συγχυσμένη προσαρμογή υπογράφουν οι Mark Andrews και Michael Chabon και αδερφάκι μου είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσεις τον ειρμό των γραπτών τους, καθώς επικρατεί μια παντελής έλλειψη λογικής σύνδεσης και ακολουθίας νοημάτων. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως κάπου εδώ έχει βάλει το χεράκι του και ο Αλέξης Τσίπρας – η πηγή του κακού για οτιδήποτε έχει συμβεί στη Γη από τότε που ο Πλησιαδάτης μετακινήθηκε στην Ευρασία και την Αφρική κατά την Παλαιόκαινο εποχή.

Η πρώτη live-action ταινία του σκηνοθέτη Andrew Stanton, ο οποίος μας έχει χαρίσει τα ανεκτίμητα “Finding Nemo” και “WALL-E”, είναι σχεδόν καταστροφική, γιατί ενώ στήνει θαυμαστά το περιβάλλον τoυ Barsoom αποσπώντας οπτικά αποτελέσματα, τα οποία ικανοποιούν τον αδηφάγο αμφιβληστροειδή, προδίδεται από την περιστασιακά ακατανόητη αφήγηση και την παντελή έλλειψη εμβάθυνσης στους χαρακτήρες του. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή του αντίστοιχου ντεμπούτου του ετέρου παιδιού-θαύματος της Pixar, Brad Bird, με το “Mission Impossible: Ghost Protocol”.

Παντελώς αδιάφορη η μουσική υπόκρουση του, συνήθως εύστοχου Michael Giacchino.

Τα πάντα τα έχεις ξαναδεί σε άλλες ταινίες και μάλιστα πολύ καλύτερα. Κάπως έτσι λοιπόν ο “John Carter” στέκει πανάξια σαν ένα λαμπρό παράδειγμα για το πως να ξοδέψεις εντελώς ανόητα το budget σου μεγέθους προϋπολογισμού μικρής χώρας, αλλά και για το πως οι όμορφες καριέρες όμορφα καίγονται, καθώς οδήγησε στην παραίτηση του μεγάλου κεφαλιού της Walt Disney Studios, Rich Ross, λόγω της αποτυχίας του φιλμ στο box-office. Α, και Bryan Cranston, Dominic West, Mark Strong και William Dafoe απολύστε τους ατζέντηδες σας και απομακρύνετε από κοντά σας οποιοδήποτε μέλος της κουστωδίας σας, το οποίο σας έπεισε να παίξετε στο συγκεκριμένο. Αυτά! Λόγω του νυφικού φορέματος της Lynn Collins…

(2/5)

Πάρε και το trailer:

“Why did she have to happen? Just when I was doing so good without her.” – Paul Kemp

Ο Paul Kemp (Johnny Depp), ένας συγγραφέας που δεν μπορεί να πουλήσει βιβλίο, πιάνει δουλειά σαν δημοσιογράφος σε μια τοπική εφημερίδα του Πουέρτο Ρίκο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50. Ανάμεσα σε ατέλειωτες καταχρήσεις, πανέμορφες γυναίκες, παρανοϊκούς συναδέλφους και οικονομικές δολοπλοκίες θα προσπαθήσει να βρει την ισορροπία του στο μεθυστικό νησί της Καραϊβικής.

Όποιος πιστεύει ότι το “The Rum Diary” είναι η πιο υποτιμημένη ταινία της χρονιάς, ας σηκώσει το χέρι του μαζί με τον δόλιο τούτο blogger. Σεναριακά προσαρμοσμένο και σκηνοθετημένο από τον Bruce Robinson, η πιο πρόσφατη ταινία του οποίου εντοπίζεται στο μακρινό 1992 με το “Jennifer 8″, το φιλμ βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Hunter S. Thompson, o οποίος μην ξεχνάς αναγνώστη μου πως μας χάρισε το αυθεντικό υλικό του “Fear And Loathing In Las Vegas” (στην μάλλον καλύτερη ερμηνεία του Depp). Ο Robinson, δηλωμένος αλκοολικός, εγκατέλειψε τη νηφαλιότητα του ύστερα από έξι χρόνια, όταν ξεκίνησε να γράφει το σενάριο του έργου – ένα μπουκάλι την ημέρα μέχρι να το τελειώσει – και μας προσφέρει χαλαρούς σκηνοθετικούς ρυθμούς και διάλογους να τους πιεις στο ποτήρι. Η σκηνή όπου συζητάει ο Kemp με τον αρχισυντάκτη του σχετικά με το τι πρέπει να δημοσιεύεται στην εφημερίδα συμπυκνώνει πολύτιμα μαθήματα ζωής, η εξομολόγηση του Paul στη θεάρα Amber Heard είναι απλά καταπληκτική, ενώ η επιστροφή του σαράβαλου, που οδηγάει ο Michael Rispoli, είναι μάλλον η πιο κωμική σκηνή της σεζόν που διανύουμε.

Οι χαρακτήρες είναι βίαιοι, μανιακοί, αλκοολικοί και μάλλον γι’ αυτό σκοντάφτουν συνεχώς σ’ αυτό το πράγμα που λέγεται ζωή. Ο Depp στην ουσία ενσαρκώνει τον Kemp σαν την ανήλικη εκδοχή του Raul Duke (ο χαρακτήρας του από το “Fear And…”), καθώς αυτοί οι δύο τύποι έχουν κάτι πάνω τους – μια ενέργεια. η οποία καίει κάτω από το δέρμα τους και είναι έτοιμη να αναδυθεί από λεπτό σε λεπτό (ή από σταγόνα σε σταγόνα).

Μια ταινία που βουτάει αυθόρμητα και ιλιγγιωδώς στο εκκεντρικό μυαλό του Thompson, ενός ανθρώπου που ήπιε, ρουθούνισε και πήρε σε ενέσιμη μορφή οτιδήποτε κυκλοφορούσε εκεί έξω και κατάφερε να αλλάξει το πρόσωπο της δημοσιογραφίας.  Ίσως όχι και το πιο εμπνευσμένο μου άρθρο για μια πραγματικά εμπνευσμένη ταινία. Ποιος ξέρει ίσως έπρεπε να στάξω λίγο περισσότερο Havana Club ή Bacardi στο ποτήρι μου; Κατάρα ξέχασα να γράψω στην αρχή πως ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ.

(3,5/5)

“We’re not a team. We’re a time-bomb!” – Bruce Banner/Hulk

O Nick Fury (Samuel L. Jackson), διευθυντής της οργάνωσης S.H.I.E.L.D., στρατολογεί τον Iron Man (Robert Downey, Jr.), τον Hulk (Mark Ruffalo) και τον Captain America (Chris Evans), ώστε να σχηματίσουν μια ομάδα, η οποία θα αναλάβει να αποτρέψει τα σχέδια του αδερφού του Thor (Chris Hemsworth), Loki (Tom Hiddleston), να καταστρέψει τη Γη με τη βοήθεια του Τεσσαράκτιου, μιας πανίσχυρης πηγής δύναμης. Μια ιστορία του Zak Penn, σεναριογράφου του “The Incredible Hulk”, την οποία ολοκλήρωσε ο, σκηνοθέτης της ταινίας και γενικότερα θεούλης λόγω της δουλειάς του σε τηλεόραση και κόμικ, Joss Whedon (“Firefly”).

O Whedon, μία από τις πιο φανταστικές πένες που κυκλοφορεί εκεί έξω (τσέκαρε το “Cabin In The Woods”, που παίζει στους κινηματογράφους αυτό τον καιρό, του οποίου έχει αναλάβει το σενάριο, και θα καταλάβεις γιατί το λέω αυτό) με ανεξάντλητα αποθέματα χιούμορ, ήταν τελικά η, προφανής για όλους τους fans, επιλογή για την καρέκλα του σεναριογράφου και σκηνοθέτη. Και κάνει εκπληκτική δουλειά. Σε όλα. Αγαπάει τους χαρακτήρες του και αυτό είναι τόσο έκδηλο, όσο είναι και στη δουλειά του Christopher Nolan με τον Σκοτεινό Ιππότη. Προσοχή όμως! Εδώ δε θα βρεις σκοτεινές θεματικές, ούτε ερεβώδεις ατμόσφαιρες. Εδώ έχουμε 143 λεπτά αγνής pop(corn) διασκέδασης και καθαρόαιμης ψυχαγωγίας. Οι διάλογοι είναι φυσικοί, σπαρταριστοί και αξιομνημόνευτοι, ενώ οι σκηνές δράσης (ω, Θεέ μου, οι σκηνές δράσης) είναι απολαυστικές. Οι χαμηλές γωνίες λήψης προσδίδουν ακόμα περισσότερα ηρωικό αέρα στην ταινία, ενώ η νατουραλιστική ποιότητα της εικόνας κάνει την όλη αίσθηση ακόμα πιο συναρπαστική. Η τελική μάχη-extravaganza στο Μανχάταν θα μνημονεύεται για χρόνια – ειδικά η σκηνή που δείχνει τους ήρωες μας να πολεμούν και ο καθένας να αναλαμβάνει διαδοχικά με τη κάμερα εν είδει σκυτάλης να “καθαρίσει” μερικούς “κακούς”.

Με τους διαλόγους να κοντράρουν στα ίσια τα ειδικά εφέ, τούτη ‘δω η δυναμικά πνευματώδης και απενεχοποιημένα θορυβώδης  ταινία (ο Joss Whedon στην ουσία) παίρνει τα καλύτερα στοιχεία των πέντε ταινιών, που προηγήθηκαν αυτής και ανήκουν στο σύμπαν της Marvel, και με μια αξιοζήλευτη ικανότητα τα βελτιώνει και τα απογειώνει στη στρατόσφαιρα του μυθικού (‘νταξει, ‘νταξει το ξέρω ότι γίνομαι λίγο υπερβολικός, αλλά προς θεού δείτε τη στολή του Captain America και μετά ξαναμιλάμε για υπερβολές).  Τεράστια ικανότητα επιδεικνύει ο Whedon και στο να κρατά μια θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στους ήρωες του. Δε νιώθεις στιγμή ότι κάποιος μειονεκτεί σε κινηματογραφικό χρόνο ή σεναριακή βαρύτητα από τον άλλο, κάτι που επιδεικνύεται και από τις εσωτερικές μονομαχίες ανάμεσα στην ομάδα των Εκδικητών, μιας και στην αρχή δεν μπορούμε να πούμε ότι ο ένας τρελαίνεται για τον άλλο.

Ο Downey, Jr. στο ρόλο του ιδιοφυούς, εκατομμυριούχου playboy και φιλάνθρωπου Tony Stark/Iron Man είναι σε μεγάλη φόρμα, καθώς εκτοξεύει κατά ριπάς τις ατάκες που του δίνει αβανταδόρικα ο Whedon. Ο χαμηλών τόνων, αλλά γεννημένος αρχηγός, Steve Rodgers/Captain America του Evans μας ξαφνιάζει ευχάριστα για ακόμα μία φορά μετά την ομώνυμη ταινία του και σε ένα ρόλο που βρωμάει αμερικανιά (άλλωστε είναι το όνομα του διάολε) καταφέρνει να μας πείσει ότι είναι ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης των Avengers. O Hemsworth δίνει και πάλι σεξπιρικές διαστάσεις στον ήρωα του, ενώ αυτός που μας ξαφνιάζει ευχάριστα είναι ο Ruffalo με τον καλύτερο Bruce Banner/Hulk, που έχει εμφανιστεί στη μεγάλη οθόνη, καταφέρνοντας να αποδώσει άριστα το καταραμένο δίπολο του χαρακτήρα του. Η Scarlett Johansson έχει τo ερμηνευτικό ταλέντο μιας αμοιβάδας και είναι το θηλυκό ισάξιο των Keanu Reeves και Orlando Bloom. Κρίμα μόνο, γιατί και τις αμοιβάδες και τον Reeves τους συμπαθώ πολύ. Και το στήθος της Johansson το συμπαθώ, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Από κάθε άποψη oι “Avengers” εκπληρώνουν όλες τις υψηλές προσδοκίες που είχαμε από αυτούς, άλλωστε είναι οι earth’s mightiest heroes, και με μια ασταμάτητη δύναμη φοβερότητας (αυτό το διάβασα κάπου σαν “unstoppable force of awesomeness” και δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να μην το εντάξω μεταφρασμένο σ’ αυτό το άρθρο) θέτουν σοβαρή υποψηφιότητα για την καλύτερη ταινία που έχει βασιστεί σε κόμικ…

(4.5/5)

Πάρε και το trailer της ταινίας:

Και καινούργιοι Soundgarden στο soundtrack της ταινίας – γαμώ:

“Who is Pearl Harbor?” – Sally

Η περίοδος από το 1920 μέχρι το 1950 χαρακτηρίζεται σαν η χρυσή εποχή του ραδιοφώνου στις Η.Π.Α., καθώς το ράδιο ήταν τότε το κύριο μέσο οικιακής ψυχαγωγίας, κατά τη διάρκεια της οποίας μια μεγάλη ποικιλία εκπομπών κυριαρχούσε με τους 82 στους 100 Αμερικάνους να είναι ακροατές σύμφωνα με μία έρευνα του 1947. Η ταινία ανατρέχει στη ζωή μια μικροαστικής οικογένειας κατά τη διάρκεια αυτή της εποχής και ο Αφηγητής (Woody Allen) μας διηγείται το πως το ραδιόφωνο επηρέασε τα παιδικά του χρόνια πριν την επικράτηση της τηλεόρασης.

Αφήγηση ιδιοφυώς στημένη από το μεγάλο μάστορα Allen, ο οποίος αναμειγνύει τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις του μικρού Joe (Seth Green) με ανέκδοτες ιστορίες και αστικούς μύθους των ραδιοφωνικών αστέρων της εποχής μέσω comic-ών βινιετών, παρεμβάλλοντας αληθινά περιστατικά (όπως η φάρσα του 1939 που έκανε ο Orson Wells και αφορούσε εισβολή Αρειανών στην Αμερική) και πετώντας μερικές από τις γνωστές απολαυστικές ατάκες του. Ο Allen επισκέπτεται το σουρεαλιστικό χιούμορ του της αρχής του  ’70 με ξεκαρδιστικά αποτελέσματα όπως στην ιστορία του παίχτη του baseball Kirby Kyle.

To επιτελείο ηθοποιών του είναι all star μιας και σε μικρούς ή σε μεγάλους ρόλους θα δεις τους Mia Farrow, Diane Keaton, Larry David, William H. Macy, Julie Kavner (η φωνή της Marge Simpson) και πολλούς, πολλούς άλλους. Την παράσταση κλέβει με διαφορά η ερμηνεία της Dianne Wiest (η μητέρα από το «Ρέκβιεμ Για Ένα Όνειρο») στο ρόλο της θείας Bea, η οποία ψάχνει εναγωνίως για άντρα.

Το soundtrack, που αποτελείται από τραγούδια της δεκαετίας του ’30 και του ’40, διαδραματίζει ένα αναπόσπαστο μέρος της πλοκής, ενώ η καλλιτεχνική διεύθυνση του Santo Loquasto είναι εξαιρετική και σε μεταφέρει με επιτυχία σε εκείνα τα χρόνια.

Μια νοσταλγική ματιά σε μια εποχή τόσο μακρινή μα και καλλιτεχνική απάντηση στο “Amarcord” του Federico Fellini, το “Radio Days” αξίζει να το καταναλώσεις άμεσα.  Δε χρειάζεται να το πετύχεις στην τηλεόραση, όταν το βίντεοκλαμπ της γειτονιάς σου απέχει μόλις μερικά μέτρα μακριά. Βάλε λοιπόν τα handsfree σου, συντονίσου στον αγαπημένο σου σταθμό και πήγαινε να το νοικιάσεις…

(3.5/5)

Πάρε και το trailer της ταινίας:

Το μαγικό “Goodbye” από τον Benny Goodman και την ορχήστρα του:

Υ.Γ. Και μιας και μιλάμε για ράδιο, συντονίσου στον Radio Cancelled (www.cancelled.gr), όπου ο αγαπημένος σου blogger ροκάρει κάθε Δευτέρα 16:00 με 18:00 με νέες κυκλοφορίες από ολόκληρο το φάσμα του σκληρού ήχου.

“The Awakening” (2011)

Posted: 13/03/2012 in films
Ετικέτες:,

“This is a time for ghosts” – Florence Cathcart

Στην Αγγλία του 1921 η Florence Cathcart (η Rebecca Hall του “Vicky Christina Barcelona”) είναι μια συγγραφέας, η οποία συνεργάζεται με την αστυνομία για να ξεσκεπάσει τσαρλατάνους, οι οποίοι εκμεταλλεύονται υπερφυσικά φαινόμενα. Ο Robert Malory (o Jimmy McNulty του “The Wire”, ε, ο Dominic West δηλαδή, που υποδυόταν τον McNulty) είναι δάσκαλος ενός οικοτροφείου και της ζητά να ερευνήσει το θάνατο ενός μαθητή, ο οποίος σχετίζεται με τη θέαση του φαντάσματος ενός παιδιού στο σχολείο, ύστερα από την προτροπή της οικονόμου Maud Hill (η Imelda Staunton του “Vera Drake”).

O Nick Murphy, ο οποίος εδώ πραγματοποιεί ένα σπουδαίο ντεμπούτο δανειζόμενος μερικά από τα καλύτερα στοιχεία της “Έκτης Αίσθησης”, του “The Others” και του “El Orfanato”, φτιάχνει μια ταινία ανατριχιαστική καθ’ όλη τη διάρκεια της, προκαλώντας πολλά άλματα και τραντάγματα στους θεατές του και χωρίς στιγμή να καταφεύγει σε splatter ευκολίες, και διατηρώντας μία διάθεση μελαγχολική, η οποία είναι άκρως λειτουργική. Και ενώ η πλοκή του σεναρίου, γραμμένου από τον Stephen Volk και τον ίδιο τον Murphy, ακολουθεί τη μορφή ενός φιλμ μυστηρίου, ευρήματα όπως ένα παιδικό παιχνίδι/σπίτι κούκλων (σε μια από τις τρομακτικότερες σκηνές της χρονιάς) και το έξυπνο και πρωτότυπο twist στο τέλος προκαλούν ανατριχιαστικές συγκινήσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με την εξαιρετική ατμόσφαιρα που επιτυγχάνεται, χάρη στη μουσική του Daniel Pemberton και στη φωτογραφία του Eduard Grau, δίνουν ένα δελεαστικό πακέτο για όλους εμάς τους fans του συγκεκριμένου είδους.

Η πανέμορφη Rebecca Hall είναι καταλυτική στο ρόλο της ορθολογικής σκεπτικίστριας έναντι των πνευματικών ζητημάτων Cathcart. Η διαδρομή της από τη μία μεριά στη άλλη είναι εντελώς φυσική και αβίαστη και είναι πολύ κρίμα που η συγκεκριμένη ηθοποιός δεν είναι στην πρώτη γραμμή των γυναικείων ερμηνευτριών του Hollywood. Ο Dominic West είναι έγκλημα που κάνει τόσο λίγες εμφανίσεις στο μεγάλο πανί. Είναι πολύ καλός και καταφέρνει να σταθεί επάξια δίπλα στη Hall. Τέλος η τεράστια ηθοποιός Imelda Staunton είναι για ακόμη μια φορά αποτελεσματική σ’ αυτό που πρέπει να φέρει εις πέρας.

Αν σου αρέσουν οι παλιομοδίτικες ταινίες τρόμου με σποραδικές εκρήξεις οργασμικού φόβου κατανάλωσε το άμεσα όπου το βρεις. Για αυτό εδώ το ξύπνημα λοιπόν τίποτε λιγότερο από…

(3.5/5)

Πάρε και το trailer της ταινίας:

“Theme From The Awakening” του Daniel Pemberton”: